Σε μια από τις πιο κρίσιμες φάσεις των αμερικανοϊρανικών σχέσεων των τελευταίων ετών, οι συνομιλίες μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στη Γενεύη διεξάγονται υπό τη βαριά σκιά στρατιωτικής ανάπτυξης και επιθετικής ρητορικής από την Ουάσιγκτον. Ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίζεται αποφασισμένος να πιέσει την Τεχεράνη, όμως αναλυτές προειδοποιούν ότι οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να επαναλάβουν λάθη που θυμίζουν την πορεία προς τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003.
Η μαζική συγκέντρωση αμερικανικών δυνάμεων στη Μέση Ανατολή –η μεγαλύτερη από την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν– λειτουργεί ως μοχλός πίεσης στις διαπραγματεύσεις. Ωστόσο, η υπερβολική επίδειξη ισχύος ενδέχεται να εγκλωβίσει την Ουάσιγκτον σε μια δυναμική από την οποία θα είναι δύσκολο να αποχωρήσει χωρίς πολιτικό κόστος.
Ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, δήλωσε ενόψει των συνομιλιών ότι η χώρα του «δεν επιδιώκει καθόλου την απόκτηση πυρηνικών όπλων», επαναλαμβάνοντας τη θέση της Τεχεράνης περί ειρηνικής αξιοποίησης της πυρηνικής ενέργειας. Παράλληλα, ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί ξεκαθάρισε ότι το Ιράν δεν θα παραιτηθεί από το δικαίωμα εμπλουτισμού ουρανίου για πολιτική χρήση.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, στην πρόσφατη ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους, υποστήριξε ότι δεν θα επιτρέψει ποτέ στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο, ενώ ταυτόχρονα άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης εάν αποτύχει η διπλωματία. Αναφορές του στους ιρανικούς βαλλιστικούς πυραύλους, που –όπως είπε– θα μπορούσαν να απειλήσουν ακόμη και την Ευρώπη ή τις ΗΠΑ, προκάλεσαν αντιδράσεις, καθώς αρκετοί ειδικοί θεωρούν τις εκτιμήσεις αυτές υπερβολικές.
Η επιχειρηματολογία αυτή θυμίζει έντονα τη ρητορική περί «όπλων μαζικής καταστροφής» που χρησιμοποιήθηκε πριν την εισβολή στο Ιράκ. Τότε, η απειλή παρουσιάστηκε ως άμεση και υπαρξιακή, όμως η ιστορία απέδειξε ότι οι ισχυρισμοί δεν επιβεβαιώθηκαν.
Ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο πρόσθεσε πως η άρνηση του Ιράν να συζητήσει το βαλλιστικό του πρόγραμμα αποτελεί «μείζον πρόβλημα», ενισχύοντας την εικόνα εσωτερικών αντιφάσεων στη στρατηγική της Ουάσιγκτον.
Οι έμμεσες διαπραγματεύσεις στη Γενεύη πραγματοποιούνται με μεσολάβηση του Ομάν, ενώ κρίσιμη θεωρείται η παρουσία του επικεφαλής της Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας, Ραφαέλ Γκρόσι. Η IAEA καλείται να πιστοποιήσει κατά πόσο οι ιρανικές δεσμεύσεις για επιθεωρήσεις και περιορισμούς είναι επαρκείς.
Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, το Ιράν εμφανίζεται διατεθειμένο να προχωρήσει σε συμφωνία εφόσον διασφαλιστεί η άρση των κυρώσεων και αναγνωριστεί το δικαίωμα ειρηνικού εμπλουτισμού ουρανίου. Από την άλλη πλευρά, η Ουάσιγκτον επιδιώκει ευρύτερες δεσμεύσεις, συμπεριλαμβανομένου του πυραυλικού προγράμματος.
Ένα από τα βασικά ερωτήματα που τίθενται στην Ουάσιγκτον είναι τι θα συμβεί σε περίπτωση κατάρρευσης του ιρανικού καθεστώτος. Εκτιμήσεις αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών αναφέρουν ότι ενδεχόμενη αποσταθεροποίηση θα μπορούσε να ενισχύσει τους σκληροπυρηνικούς Φρουρούς της Επανάστασης, αντί να οδηγήσει σε φιλοδυτική μετάβαση.
Με τις διαδηλώσεις να συνεχίζονται στο εσωτερικό του Ιράν και τη στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ να παραμένει ισχυρή στην περιοχή, το περιθώριο λάθους στενεύει. Η ιστορική εμπειρία του Ιράκ λειτουργεί ως προειδοποίηση: όταν η στρατηγική βασίζεται περισσότερο στη ρητορική ισχύος παρά σε συνεκτικό πολιτικό σχέδιο, οι συνέπειες μπορεί να είναι μακροχρόνιες και απρόβλεπτες.
Σε αυτό το εύθραυστο περιβάλλον, οι συνομιλίες της Γενεύης αποτελούν ίσως την τελευταία ευκαιρία αποκλιμάκωσης πριν οι εξελίξεις οδηγήσουν σε νέα περιφερειακή ανάφλεξη.
















