Η κλιμάκωση ΗΠΑ – Ιράν φέρνει τη Μέση Ανατολή σε ένα νέο, επικίνδυνο σημείο καμπής, καθώς οι πυρηνικές συνομιλίες βρίσκονται σε αδιέξοδο, η Τεχεράνη πραγματοποιεί κοινές ασκήσεις με τη Μόσχα και η Ουάσινγκτον ενισχύει τη στρατιωτική της παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο. Το ενδεχόμενο στρατιωτικής σύγκρουσης δεν αποτελεί πλέον θεωρητικό σενάριο, αλλά πιθανότητα που συζητείται ανοιχτά σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο.
Στις 19 Φεβρουαρίου, ιρανικές και ρωσικές δυνάμεις προχώρησαν σε κοινές ναυτικές επιχειρήσεις στον Κόλπο του Ομάν και στον Ινδικό Ωκεανό, με στόχο –όπως ανακοινώθηκε– την αναβάθμιση του επιχειρησιακού συντονισμού και την ανταλλαγή εμπειρίας. Την ίδια εβδομάδα, το Ιράν πραγματοποίησε άσκηση με πραγματικά πυρά στο Στενό του Ορμούζ, μία από τις πιο κρίσιμες θαλάσσιες διόδους παγκοσμίως, από όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Η Τεχεράνη εξέδωσε προειδοποίηση προς αεροναυτικές δυνάμεις για ρίψεις πυραύλων, στέλνοντας σαφές μήνυμα ισχύος.
Την ίδια στιγμή, το αμερικανικό αεροπλανοφόρο USS Gerald R. Ford κατευθύνεται προς την Ανατολική Μεσόγειο. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία παρακολούθησης, το πλοίο βρισκόταν ανοιχτά των ακτών του Μαρόκου στον Ατλαντικό και δύναται να διέλθει από το Γιβραλτάρ, συνοδευόμενο από αντιτορπιλικά κατευθυνόμενων πυραύλων.
Η παρουσία του ενισχύει κατακόρυφα τις επιχειρησιακές δυνατότητες των ΗΠΑ στην περιοχή, παρέχοντας πρόσθετη αεροπορική ισχύ και αντιπυραυλική κάλυψη. Η κίνηση ερμηνεύεται ως μήνυμα αποτροπής προς την Τεχεράνη και ταυτόχρονα ως διαβεβαίωση ασφαλείας προς συμμάχους όπως το Ισραήλ και η Ιορδανία.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο χρήσης της βάσης στο Ντιέγκο Γκαρσία καθώς και του RAF Fairford στη Βρετανία, εάν το Ιράν δεν προχωρήσει σε συμφωνία. Οι δηλώσεις του εντάσσονται σε ένα πλαίσιο έντονης πίεσης, χωρίς ωστόσο να έχει ανακοινωθεί δημόσια συγκεκριμένο στρατιωτικό σχέδιο.
Εσωτερική πίεση στην Τεχεράνη
Στο εσωτερικό του Ιράν, η κατάσταση παραμένει εύθραυστη. Μετά τις μαζικές κινητοποιήσεις που ξεκίνησαν στο Μεγάλο Παζάρι της Τεχεράνης στα τέλη Δεκεμβρίου, με αφορμή την κατάρρευση του ριάλ, οι διαδηλώσεις επεκτάθηκαν σε εθνικό επίπεδο. Νέο κύμα κινητοποιήσεων καταγράφηκε τον Ιανουάριο, έπειτα από κάλεσμα του εξόριστου διαδόχου Ρεζά Παχλεβί.
Οι τελετές μνήμης 40 ημερών για νεκρούς διαδηλωτές συνοδεύτηκαν σε ορισμένες περιπτώσεις από αντικυβερνητικά συνθήματα. Οι επίσημες ιρανικές αρχές κάνουν λόγο για 3.117 νεκρούς, ενώ η οργάνωση Human Rights Activists ανεβάζει τον αριθμό σε περισσότερους από 7.000, επισημαίνοντας ότι ο πραγματικός απολογισμός ενδέχεται να είναι ακόμη υψηλότερος.
Το δίλημμα του Λευκού Οίκου
Πηγές από την Ουάσινγκτον αναφέρουν ότι ο αμερικανικός στρατός έχει ήδη μεταφέρει πρόσθετα αεροσκάφη και πολεμικά πλοία σε θέσεις κοντά στο Ιράν, με επιπλέον ομάδα κρούσης αεροπλανοφόρου να κατευθύνεται στην περιοχή από τις 18 Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι Ένοπλες Δυνάμεις των ΗΠΑ έχουν δηλώσει ετοιμότητα ακόμη και για άμεση επιχείρηση.
Ωστόσο, παραμένει ασαφές το πολιτικό και στρατηγικό πλαίσιο μιας ενδεχόμενης επίθεσης. Το κρίσιμο ερώτημα δεν αφορά μόνο το αν θα υπάρξει στρατιωτική κίνηση, αλλά κυρίως τι θα ακολουθήσει. Η εμπειρία από το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Λιβύη υπενθυμίζει ότι η ανατροπή ενός καθεστώτος δεν συνεπάγεται αυτόματα σταθερότητα.
Μια εκτεταμένη επιχείρηση κατά του Ιράν θα απαιτούσε πολυήμερη αεροπορική εκστρατεία, με κίνδυνο γενικευμένων αντιποίνων, ενεργοποίησης περιφερειακών συμμάχων της Τεχεράνης και πιθανής αποσταθεροποίησης των ενεργειακών ροών. Το Στενό του Ορμούζ θα αποτελούσε το πρώτο σημείο στρατηγικής έντασης, με άμεσες επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές.
Καθώς οι εξελίξεις επιταχύνονται, η κλιμάκωση ΗΠΑ – Ιράν μετατρέπεται σε γεωπολιτικό τεστ αντοχής για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Η τελική απόφαση της Ουάσινγκτον θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει την περιφερειακή ισορροπία ισχύος και να καθορίσει το στρατηγικό αποτύπωμα της αμερικανικής πολιτικής για τα επόμενα χρόνια.















