Ως παράνομες μεν, απολύτως συνεπείς δε ως προς την υπεράσπιση των αμερικανικών συμφερόντων χαρακτήρισε τις κινήσεις της Ουάσινγκτον στη Βενεζουέλα ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ, αντιπρόεδρος του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας. Η δήλωση του Ρώσου αξιωματούχου έρχεται σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών τριβών στη Λατινική Αμερική, με το ζήτημα του ελέγχου των ενεργειακών πόρων να βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο.
Ο Μεντβέντεφ, σχολιάζοντας τις επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ, τόνισε ότι, παρά την «προφανή παρανομία» των ενεργειών, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η στρατηγική συνοχή τους. Όπως υποστήριξε, ο Τραμπ και το επιτελείο του κινούνται με γνώμονα τη σκληρή προάσπιση των εθνικών συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς ιδιαίτερη μέριμνα για το διεθνές δίκαιο ή τις αντιδράσεις της διεθνούς κοινότητας.
Σύμφωνα με τον Ρώσο αξιωματούχο, η Λατινική Αμερική εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από την Ουάσινγκτον ως «πίσω αυλή» των ΗΠΑ, μια αντίληψη που καθοδηγεί διαχρονικά την αμερικανική εξωτερική πολιτική στην περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, η Βενεζουέλα –με τα τεράστια αποθέματα υδρογονανθράκων– αποκτά κομβική σημασία, καθώς ο έλεγχος των προμηθειών πετρελαίου θεωρείται στρατηγικής αξίας για την ενεργειακή ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών.
Ο Μεντβέντεφ δεν έκρυψε ότι, κατά την εκτίμησή του, το βασικό κίνητρο πίσω από τις αμερικανικές παρεμβάσεις παραμένει διαχρονικά το ίδιο. «Το κύριο κίνητρο του θείου Σαμ ήταν πάντα απλό: οι προμήθειες των άλλων», ανέφερε χαρακτηριστικά, υπονοώντας ότι ιδεολογικές αιτιολογήσεις περί δημοκρατίας ή ασφάλειας λειτουργούν συχνά ως προπέτασμα καπνού για την εξυπηρέτηση ωμών γεωοικονομικών συμφερόντων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και η επισήμανσή του ότι, εάν ανάλογες ενέργειες είχαν στραφεί εναντίον μιας ισχυρότερης χώρας, θα θεωρούνταν χωρίς αμφιβολία πράξη πολέμου. Με τη διατύπωση αυτή, ο Ρώσος αξιωματούχος άφησε σαφείς αιχμές για επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου, ανάλογα με το μέγεθος και τη δυνατότητα αντίδρασης του εκάστοτε κράτους-στόχου.
Οι δηλώσεις Μεντβέντεφ εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αντιπαράθεσης Ρωσίας–ΗΠΑ, με τη Μόσχα να επιχειρεί να αναδείξει τις αμερικανικές παρεμβάσεις ως παράγοντα αποσταθεροποίησης σε ευαίσθητες περιοχές του πλανήτη. Παράλληλα, αναδεικνύουν τον ρόλο της Βενεζουέλας ως πεδίου σύγκρουσης συμφερόντων, όπου η ενέργεια, η γεωπολιτική επιρροή και η ισχύς διαμορφώνουν τις εξελίξεις, συχνά εις βάρος της διεθνούς νομιμότητας.














