Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου εμφανίστηκε αποφασισμένος να συνεχίσει τον πόλεμο κατά του Ιράν «για όσο χρειαστεί», δηλώνοντας ότι η Τεχεράνη βρίσκεται πλέον στην πιο αδύναμη φάση της ιστορίας της, ενώ το Ισραήλ αναδεικνύεται σε κυρίαρχη δύναμη στη Μέση Ανατολή.
Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου με έντονο συμβολισμό, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός εξήρε την αντοχή των πολιτών, κάνοντας λόγο για ένα «έθνος λεόντων» που άντεξε εβδομάδες συνεχών απειλών και καταφυγίων. Με ειρωνική διάθεση σχολίασε και τις φήμες για την κατάστασή του, λέγοντας: «Πρώτα απ’ όλα, θέλω να πω ότι είμαι ζωντανός».
Στο στρατιωτικό σκέλος, ο Νετανιάχου ξεκαθάρισε ότι το Ισραήλ έχει τρεις βασικούς στόχους: την πλήρη καταστροφή του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, την εξάλειψη της βαλλιστικής απειλής και τη δημιουργία συνθηκών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εσωτερικές εξελίξεις στο ιρανικό καθεστώς. Όπως ανέφερε, ήδη διακρίνονται «ρωγμές» στην ηγεσία της Τεχεράνης, αν και απέφυγε να αποκαλύψει λεπτομέρειες για πιθανές χερσαίες κινήσεις.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε η εκτίμησή του ότι το Ιράν έχει χάσει, προς το παρόν, τη δυνατότητα εμπλουτισμού ουρανίου αλλά και την ικανότητα παραγωγής νέων βαλλιστικών πυραύλων. Αν επιβεβαιωθεί, πρόκειται για εξέλιξη που αλλάζει δραστικά τις ισορροπίες ισχύος στην περιοχή.
Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός υποστήριξε επίσης ότι η Μέση Ανατολή έχει ήδη αλλάξει «πέρα από κάθε αναγνώριση», με το Ισραήλ να βρίσκεται στο ισχυρότερο σημείο του, χάρη και στη στενή συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αναφέρθηκε μάλιστα προσωπικά στον Ντόναλντ Τραμπ, κάνοντας λόγο για πρωτοφανή σύμπνοια, τονίζοντας ωστόσο ότι οι αποφάσεις της Ουάσινγκτον λαμβάνονται ανεξάρτητα.
Σε ό,τι αφορά τις επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, ο Νετανιάχου επιβεβαίωσε ότι το Ισραήλ θα αναστείλει περαιτέρω πλήγματα σε μεγάλο κοίτασμα φυσικού αερίου του Ιράν, κατόπιν αιτήματος του Αμερικανού προέδρου. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η αρχική επίθεση πραγματοποιήθηκε αποκλειστικά με ισραηλινή πρωτοβουλία.
Το βασικό μήνυμα, ωστόσο, ήταν σαφές: ο πόλεμος δεν τελειώνει σύντομα. «Υπάρχει ακόμη πολλή δουλειά να γίνει», δήλωσε, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο συνέχισης των επιχειρήσεων για μεγάλο χρονικό διάστημα.













