Οι απειλές του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για καταστροφή των ενεργειακών εγκαταστάσεων του Ιράν εγείρουν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και τη στοχοποίηση πολιτικών υποδομών. Σύμφωνα με τις Συμβάσεις της Γενεύης και το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, η σκόπιμη καταστροφή πολιτικών υποδομών που είναι απαραίτητες για την επιβίωση του πληθυσμού μπορεί να συνιστά έγκλημα πολέμου.
Το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, όπως κωδικοποιείται στις Συμβάσεις της Γενεύης του 1949 και τα Πρόσθετα Πρωτόκολλα τους, θέτει σαφείς περιορισμούς στους τύπους στόχων που μπορούν να χτυπηθούν κατά τη διάρκεια ενόπλων συγκρούσεων. Οι ενεργειακές εγκαταστάσεις, όπως διυλιστήρια πετρελαίου, εργοστάσια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και υποδομές φυσικού αερίου, εξυπηρετούν κυρίως πολιτικούς σκοπούς και η καταστροφή τους μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για τον άμαχο πληθυσμό.
Το Πρόσθετο Πρωτόκολλο Ι των Συμβάσεων της Γενεύης απαγορεύει ρητά την επίθεση σε αντικείμενα που είναι απαραίτητα για την επιβίωση του άμαχου πληθυσμού. Το άρθρο 54 του Πρωτοκόλλου ορίζει ότι απαγορεύεται η επίθεση, καταστροφή ή αχρήστευση αντικειμένων απαραίτητων για την επιβίωση του άμαχου πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων παροχής πόσιμου νερού και αρδευτικών έργων. Ενώ οι ενεργειακές εγκαταστάσεις δεν αναφέρονται ρητά, η ευρύτερη ερμηνεία του διεθνούς δικαίου τις περιλαμβάνει όταν η καταστροφή τους θα προκαλέσει δυσανάλογο πλήγμα στον πολιτικό πληθυσμό.
Η αρχή της διάκρισης, θεμελιώδης στο διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο, επιβάλλει στις εμπόλεμες πλευρές να διακρίνουν πάντα μεταξύ στρατιωτικών στόχων και πολιτικών αντικειμένων. Οι ενεργειακές εγκαταστάσεις, εφόσον εξυπηρετούν κυρίως πολιτικούς σκοπούς, προστατεύονται από επιθέσεις. Η καταστροφή τους θα στερούσε από εκατομμύρια πολίτες την πρόσβαση σε θέρμανση, ηλεκτρισμό και άλλες βασικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα σε περιόδους ακραίων καιρικών συνθηκών.
Το Καταστατικό της Ρώμης, που ίδρυσε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, ορίζει ως εγκλήματα πολέμου μεταξύ άλλων την εκ προθέσεως εξαπόλυση επίθεσης εναντίον πολιτικών αντικειμένων και την εκ προθέσεως εξαπόλυση επίθεσης με τη γνώση ότι θα προκαλέσει υπερβολική απώλεια ζωών πολιτών, τραυματισμούς ή ζημίες. Η σκόπιμη στοχοποίηση ενεργειακών υποδομών με τη γνώση των συνεπειών για τον άμαχο πληθυσμό εμπίπτει σε αυτές τις κατηγορίες.
Η αρχή της αναλογικότητας απαιτεί επίσης τα αναμενόμενα στρατιωτικά οφέλη μιας επίθεσης να υπερτερούν σημαντικά των αναμενόμενων ζημιών στους αμάχους. Η καταστροφή ενεργειακών εγκαταστάσεων θα προκαλούσε τεράστιες ανθρωπιστικές συνέπειες, συμπεριλαμβανομένης της έλλειψης θέρμανσης το χειμώνα, της διακοπής λειτουργίας νοσοκομείων και της παράλυσης βασικών υπηρεσιών, που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εκτεταμένο θάνατο αμάχων.
Προηγούμενα παραδείγματα από διεθνείς συγκρούσεις καταδεικνύουν τη σοβαρότητα της στοχοποίησης πολιτικών υποδομών. Κατά τον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία το 1999, η βομβαρδιστική εκστρατεία του ΝΑΤΟ περιλάμβανε επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, οι οποίες επικρίθηκαν από νομικούς και οργανισμούς ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως πιθανά εγκλήματα πολέμου. Η καταστροφή γεφυρών, σταθμών παραγωγής ενέργειας και εγκαταστάσεων ύδρευσης προκάλεσε σοβαρές ανθρωπιστικές συνέπειες για τον πολιτικό πληθυσμό.
Το διεθνές δίκαιο επιτρέπει την επίθεση σε αντικείμενα διπλής χρήσης, δηλαδή αντικείμενα που εξυπηρετούν τόσο πολιτικούς όσο και στρατιωτικούς σκοπούς, μόνο εφόσον η στρατιωτική χρήση είναι αποδεδειγμένη και το στρατιωτικό όφελος υπερτερεί των πολιτικών ζημιών. Ωστόσο, η γενική καταστροφή όλων των ενεργειακών εγκαταστάσεων μιας χώρας, όπως υπονοούν οι δηλώσεις του Τραμπ, δεν πληροί αυτά τα κριτήρια.
Η δημόσια απειλή για τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου από μόνη της εγείρει νομικά ζητήματα. Το διεθνές ποινικό δίκαιο αναγνωρίζει ότι η δημόσια υποκίνηση για τη διάπραξη εγκλημάτων πολέμου μπορεί να συνιστά ξεχωριστό αδίκημα. Οι δηλώσεις υψηλόβαθμων κυβερνητικών αξιωματούχων που απειλούν με παράνομες επιθέσεις κατά πολιτικών υποδομών μπορούν να εξεταστούν ως μέρος του σχεδιασμού τέτοιων πράξεων.
Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις και οι νομικοί έχουν εκφράσει ανησυχίες για τις δηλώσεις του Τραμπ. Η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού και άλλοι οργανισμοί έχουν επανειλημμένα υπογραμμίσει ότι η προστασία των αμάχων και των πολιτικών υποδομών πρέπει να παραμείνει προτεραιότητα ακόμη και κατά τη διάρκεια ένοπλων συγκρούσεων.
Η διεθνής κοινότητα έχει επανειλημμένως καταδικάσει επιθέσεις σε πολιτικές υποδομές σε διάφορες συγκρούσεις παγκοσμίως. Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών έχει εκδώσει ψηφίσματα που καλούν όλες τις πλευρές σε συγκρούσεις να σέβονται το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο και να προστατεύουν τους αμάχους. Η καταστροφή ενεργειακών εγκαταστάσεων που θα προκαλούσε μαζικά δεινά στον πολιτικό πληθυσμό αντιβαίνει σε αυτές τις βασικές αρχές.
Η νομική ευθύνη για εγκλήματα πολέμου εκτείνεται όχι μόνο σε όσους εκτελούν τις επιθέσεις, αλλά και σε όσους τις διατάζουν ή σχεδιάζουν. Υψηλόβαθμοι πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες που εγκρίνουν επιθέσεις κατά προστατευόμενων αντικειμένων μπορούν να θεωρηθούν ποινικά υπεύθυνοι από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο ή άλλα διεθνή δικαστήρια.
Η στοχοποίηση ενεργειακών εγκαταστάσεων θα είχε μακροπρόθεσμες συνέπειες πέρα από την άμεση ανθρωπιστική κρίση. Η ανοικοδόμηση τέτοιων υποδομών απαιτεί χρόνια και τεράστιους πόρους, παρατείνοντας τα δεινά του πληθυσμού πολύ μετά το τέλος των εχθροπραξιών. Αυτή η μακροπρόθεσμη ζημία λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση της νομιμότητας των στρατιωτικών στόχων.
Η διεθνής κοινότητα έχει εργαλεία για την αντιμετώπιση πιθανών εγκλημάτων πολέμου. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο μπορεί να διερευνήσει και να διώξει άτομα για εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και γενοκτονία. Επιπλέον, μεμονωμένα κράτη μπορούν να ασκήσουν καθολική δικαιοδοσία για τη δίωξη εγκλημάτων πολέμου, ανεξάρτητα από το πού διαπράχθηκαν.
















