Νέο ρήγμα καταγράφεται στις σχέσεις Ηνωμένου Βασιλείου – ΗΠΑ, καθώς ο Βρετανός Πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ φέρεται να αρνήθηκε το αίτημα του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ για χρήση βρετανικών στρατιωτικών βάσεων στον Ινδικό Ωκεανό με σκοπό πιθανή επίθεση κατά του Ιράν. Σύμφωνα με δημοσίευμα των Times, ο Στάρμερ ξεκαθάρισε ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να συνιστά παραβίαση του διεθνούς δικαίου, δημιουργώντας σοβαρή πολιτική και νομική εμπλοκή για το Λονδίνο.
Στο επίκεντρο βρίσκονται οι εγκαταστάσεις στο Ντιέγκο Γκαρσία και η βάση RAF Fairford στο Γκλόστερσιρ, η οποία φιλοξενεί αμερικανικά βαρέα βομβαρδιστικά στην Ευρώπη. Βάσει των διαχρονικών αμυντικών συμφωνιών ΗΠΑ–Ηνωμένου Βασιλείου, η χρήση των βάσεων για επιθετικές επιχειρήσεις κατά τρίτων κρατών απαιτεί προηγούμενη έγκριση της βρετανικής κυβέρνησης.
Η Downing Street εμφανίζεται ιδιαίτερα επιφυλακτική απέναντι σε ένα προληπτικό στρατιωτικό πλήγμα, καθώς –σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες– το διεθνές δίκαιο δεν διαχωρίζει την ευθύνη του κράτους που εκτελεί την επίθεση από εκείνο που την υποστηρίζει, εφόσον το δεύτερο έχει πλήρη γνώση του σκοπού και των περιστάσεων.
Η στάση του Στάρμερ προκάλεσε την άμεση αντίδραση του Τραμπ, ο οποίος απέσυρε την υποστήριξή του στη συμφωνία για την παράδοση των Νησιά Τσάγκος στον Μαυρίκιο. Μέσω ανάρτησης στην πλατφόρμα Truth Social, ο Αμερικανός Πρόεδρος υποστήριξε ότι η χρήση των βάσεων είναι αναγκαία για την αποτροπή απειλής από ένα «εξαιρετικά επικίνδυνο καθεστώς», αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης εντός δέκα ημερών.
Η αναφορά του Τραμπ συνδέεται ευθέως με τη στρατηγική σημασία του Ντιέγκο Γκαρσία ως βασικού κόμβου προβολής ισχύος στον Ινδικό Ωκεανό. Η εξέλιξη περιπλέκει τη συμφωνία για τα Τσάγκος, η οποία εκτιμάται ότι θα κοστίσει περίπου 35 δισεκατομμύρια λίρες και θεωρείται κρίσιμη για τη βρετανική εθνική ασφάλεια.
Στο εσωτερικό της Βρετανίας, οι Συντηρητικοί πιέζουν τον Στάρμερ να επιτρέψει τη χρήση των βάσεων, υποστηρίζοντας ότι η απειλή από το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν καθιστά αναγκαία τη συνδρομή προς τις ΗΠΑ. Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος καταρτίζει στρατιωτικά σχέδια, με αξιωματούχους να δηλώνουν ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να είναι επιχειρησιακά έτοιμες ακόμη και εντός Σαββατοκύριακου.
Η συγκέντρωση αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη από το 2003. Ωστόσο, το Λονδίνο περιορίζεται σε γενικές αναφορές περί σταθερότητας και μη απόκτησης πυρηνικών όπλων από το Ιράν, αποφεύγοντας να εμπλακεί σε επιχειρησιακές λεπτομέρειες.















