Το στρατόπεδο Αλ Χολ στη Συρία εκκενώθηκε, σύμφωνα με κουρδικές πηγές, βάζοντας τέλος στη λειτουργία ενός από τα μεγαλύτερα κέντρα κράτησης οικογενειών μελών του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους. Η εξέλιξη αφορά το στρατόπεδο που βρίσκεται στην επαρχία Αλ Χασάκε, κοντά στα σύνορα με το Ιράκ, και επί χρόνια αποτελούσε εστία διεθνούς ανησυχίας για ζητήματα ασφάλειας και ριζοσπαστικοποίησης.
Ο διοικητής του στρατοπέδου, Φαντί αλ Κασέμ, ο οποίος είχε διοριστεί από την προσωρινή κυβέρνηση της Συρίας, ανακοίνωσε ότι το στρατόπεδο έκλεισε «μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκένωσης». Ωστόσο, η Δαμασκός δεν έχει δημοσιοποιήσει λεπτομέρειες σχετικά με τον μηχανισμό μεταφοράς των κρατουμένων ούτε για τους φορείς που ανέλαβαν τις οικογένειες των μελών του ISIS.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδίδονται από το κουρδικό δίκτυο Rudaw, η τελευταία ομάδα ιρακινών οικογενειών που επιθυμούσε να επιστρέψει στο Ιράκ επαναπατρίστηκε. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Μετανάστευσης της Βαγδάτης, Αλί Τσιχάνγκιρ, ανέφερε ότι η συγκεκριμένη ομάδα επέστρεψε στις 19 Φεβρουαρίου, ολοκληρώνοντας ουσιαστικά τον κύκλο επαναπατρισμών.
Παράλληλα, περίπου 80 ιρακινές οικογένειες φέρονται να παρέμειναν χωρίς να έχουν καταθέσει αίτημα επιστροφής, ενώ άλλες περίπου 250 οικογένειες Ιρακινών μεταφέρθηκαν σε διαφορετικές πόλεις της Συρίας μετά το κλείσιμο της δομής.
Εντύπωση προκαλούν οι εικόνες που κυκλοφόρησαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και δείχνουν πυρκαγιές σε σκηνές και εγκαταστάσεις του στρατοπέδου, λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση της εκκένωσης. Μέχρι στιγμής δεν υπάρχει επίσημη ενημέρωση για τα αίτια των πυρκαγιών, γεγονός που ενισχύει τα ερωτήματα γύρω από τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε το κλείσιμο.
Το στρατόπεδο Αλ Χολ είχε εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε ένα ιδιότυπο «κράτος εν κράτει», φιλοξενώντας χιλιάδες γυναίκες και παιδιά που συνδέονταν με το Ισλαμικό Κράτος, μετά την κατάρρευση του χαλιφάτου στη Συρία και το Ιράκ. Οι διεθνείς οργανισμοί είχαν επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι οι συνθήκες διαβίωσης και η απουσία σαφούς στρατηγικής αποκατάστασης δημιουργούσαν κίνδυνο αναπαραγωγής της εξτρεμιστικής ιδεολογίας.















