«Έχουμε μπει αισίως σε μία εποχή, κατά την οποία βιώνουμε πρωτόγνωρα γεγονότα, τόσο στην Κύπρο, όσο και στην ευρύτερη περιοχής της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Γεγονότα, που για άλλους, λίγο πολύ ήταν αναμενόμενα, για άλλους, πιο ρομαντικούς, καθυστέρησαν κάποιες δεκαετίες.
Και δεν αναφέρομαι ασφαλώς στην κοινή απόφαση των ΗΠΑ και του Ισραήλ, να τερματίσουν μια για πάντα, αφενός μεν, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, αφετέρου δε, μία από τις κυριότερες, μόνιμες απειλές σε όλη την περιοχή και όχι μόνο, μεταβάλλοντας αν είναι δυνατό, ένα αυστηρά θεοκρατικό ισλαμικό κράτος σε κοσμικό, χαρακτήρα τον οποίο είχε και μέχρι το 1979, αλλά στο γεγονός ότι, η “Κύπρος δεν κείται πλέον μακρά”, χωρίς βέβαια να παραβλέπω και τη σιωπηλή μερική εφαρμογή του άρθρου 42.7 της Συνθήκης για την ΕΕ, η οποία αποτελεί, ειρήσθω εν παρόδω, απόρροια, αλλά και σημαντική επιτυχία, της διπλωματικής δεινότητας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, εκφραστής της οποία παραμένει, η ίδια η κυπριακή Κυβέρνηση.
Παράλληλα ανέδειξε, μέσα σε μία εν πολλοίς, απέλπιδα για την Κύπρο εποχή και μία προσωπικότητα, η οποία αν μη τι άλλο, δίνει πραγματικές ελπίδες στην εξασφάλιση της εδαφικής (όσης έμεινε δηλαδή) ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και κάνει τις πάσης γνωστό, ποιος αντιλαμβάνεται απόλυτα από γεωπολιτική και ποιοι, απλώς αρκούνται να σχολιάζουν από την ασφάλεια του καναπέ.
Η Κύπρος είναι ευρωπαϊκό έδαφος και παράλληλα στρατηγικός κόμβος της Δύσης. Στη γεωπολιτική, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, υπάρχουν κράτη «παίκτες», τα οποία καθορίζουν ή καθοδηγούν τις εξελίξεις. Δεν υπάρχουν γκρίζες ζώνες. Υπάρχουν σφαίρες επιρροής και ανάμεσά τους δημιουργείται κάποιες φορές, κενό ισχύος. Και το κενό, το καταλαμβάνει πάντα κάποιος άλλος ή αν θέλετε ο πιο κατά περίπτωση, αποφασιστικός “παίκτης”, ο οποίος στην τελική διαμορφώνει και το πλαίσιο.
Ας πάρουμε όμως τα τεκταινόμενα, στη βάση μίας χρονολογικής εξέλιξης. Στο πλαίσιο της αντίδρασης του Ιράν και των λιγοστών για την ώρα, ενεργών συμμάχων του, στην από αέρος εισβολή ΗΠΑ και Ισραήλ, το Ιράν μέσω της Χεζμπολάχ κτύπησε με drone, το βράδυ της 1ης Μαρτίου τις Βρετανικές Βάσεις, στο Ακρωτήρι.
Η Ελλάδα, αντιδρώντας άμεσα, έκανε αυτό που κάνουν όλα τα σοβαρά κράτη. Παρήγαγε αποτροπή! Αξιοποίησε το παρατημένο από τις αρχές του 21ου αιώνα, σκονισμένο Δόγμα Ελλάδας-Κύπρου και μπήκε με ιδιαίτερη αποφασιστικότητα στο παιχνίδι, πριν το κάνουν άλλοι. Έστειλε στην Κύπρο, δύο ζεύγη μαχητικών F-16 και δύο πολύ σημαντικά οπλικά συστήματα της, τις Φρεγάτες “ΚΙΜΩΝ” και “ΨΑΡΑ”. Και το σημαντικότερο, έσβησε πριν καν δημιουργηθούν, τις όποιες σκέψεις προστασίας του κενού, θα δημιουργούνταν στην Άγκυρα. Η Τουρκία αυτήν τη φορά, έστω από τις λιγοστές, αιφνιδιάστηκε. Και αιφνιδιάστηκε από την αποφασιστικότητα και άμεση αντίδραση του Έλληνα Πρωθυπουργού κ. Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.
Παράλληλα, εξανάγκασε και την Ευρώπη να ακολουθήσει, εφαρμόζοντας ηθελημένα ή μη, το άρθρο 42.7 (αν ένα κράτος-μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του, τα άλλα κράτη-μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή με όλα τα μέσα που διαθέτουν).
Μετά την Ελλάδα, Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία, Ολλανδία και ασθμαίνουσα η Βρετανία, έστειλαν ή εξέφρασαν την πρόθεση να αποστείλουν δυνάμεις τους, για την προστασία της Κύπρου.
Η ιστορία, πάντα αποδείκνυε κάτι πολύ σημαντικό. Όταν απουσιάζεις από τις κρίσεις, που διαμορφώνονται ή διαμορφώνουν τους συσχετισμούς δυνάμεων, αυτό-εγκλωβίζεσαι στους αδέσμευτους και ουδέτερους και υπόκεισαι στις όποιες αρνητικές επιπτώσεις, επισύρει η ουδετερότητά σου. Βέβαια ιστορικά, υπήρξαν και επιτήδειοι ουδέτεροι (βλέπε Τουρκία), που ευτύχησαν να τύχουν γεωστρατηγικής και γεωπολιτικής σημαντικής αναβάθμισης (μέχρι σήμερα τουλάχιστον), αλλά ο κανόνας παραμένει αναλλοίωτα ο ίδιος.
Για την Ελλάδα είναι σημαντικό ότι, πλέον διαμορφώνει καταστάσεις. Για την Κύπρο, είναι ακόμη πιο σημαντικό ότι, μετά από την εποχή του αλήστου μνήμης Κωνσταντίνου Καραμανλή του, “η Κύπρος κείται μακρά”, πέρασε επιτέλους, ελπίζουμε ανεπιστρεπτί, στη ελπιδοφόρα εποχή των Μητσοτάκη-Δένδια του “κείται πλησίον”.»















