Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο στρατηγικό σταυροδρόμι απέναντι στο Ιράν, καθώς μετά τον τρίτο γύρο συνομιλιών στη Γενεύη μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, η αμερικανική ηγεσία καλείται να αποφασίσει αν θα συνεχίσει να επενδύει στη διπλωματία ή αν θα ενεργοποιήσει το στρατιωτικό της οπλοστάσιο. Η κατάσταση παραμένει εξαιρετικά ρευστή, με τις ΗΠΑ να έχουν ήδη αναπτύξει σημαντική ναυτική και αεροπορική ισχύ στην περιοχή.
Σύμφωνα με ανάλυση του CNN International, ο Λευκός Οίκος δείχνει προς το παρόν να δίνει προτεραιότητα στη διπλωματική οδό, με νέα τεχνική συνάντηση να προγραμματίζεται στη Βιέννη. Ωστόσο, η ταυτόχρονη παρουσία δύο αεροπλανοφόρων, μαχητικών πέμπτης γενιάς και ενισχυμένων δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο αποτελεί ξεκάθαρο μήνυμα αποτροπής προς την Τεχεράνη: η υπομονή της Ουάσιγκτον δεν είναι απεριόριστη.
Οι «κόκκινες γραμμές» που δεν αποσαφηνίζονται
Το βασικό ερώτημα που αιωρείται είναι τι ακριβώς απαιτούν οι ΗΠΑ. Θέλουν πλήρη παύση του εμπλουτισμού ουρανίου ή αρκούνται σε διασφαλίσεις ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικό όπλο; Η συμφωνία του 2015 επί προεδρίας Barack Obama προσφέρει έτοιμο μηχανισμό επιθεωρήσεων, όμως το γεωπολιτικό περιβάλλον του 2026 είναι σαφώς πιο ασταθές, με εντάσεις που εκτείνονται από τη Συρία έως τον Λίβανο και την Ερυθρά Θάλασσα.
Παράλληλα, τίθεται το ζήτημα των βαλλιστικών πυραύλων του Ιράν και της δράσης των περιφερειακών συμμάχων του. Μια πιθανή συμφωνία θα μπορούσε να περιοριστεί αποκλειστικά στο πυρηνικό πρόγραμμα ή να επεκταθεί και σε ευρύτερα ζητήματα ασφαλείας. Η αβεβαιότητα αυτή ενισχύει το διαπραγματευτικό παιχνίδι, αλλά αυξάνει και τον κίνδυνο παρερμηνειών.
Στρατιωτικές επιλογές με υψηλό ρίσκο
Στο στρατιωτικό πεδίο, οι πιο ρεαλιστικές επιλογές για τον Τραμπ φαίνεται να είναι περιορισμένα και στοχευμένα πλήγματα σε κρίσιμες πυρηνικές εγκαταστάσεις. Όμως ακόμη και ένα σύντομο χτύπημα ενέχει σοβαρό στρατηγικό ρίσκο. Ένα ιρανικό αντίποινο με βαλλιστικό πύραυλο ή drone που θα διαπεράσει την αεράμυνα και θα προκαλέσει αμερικανικές απώλειες θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτη κλιμάκωση.
Σύμφωνα με διαρροές από κύκλους του Πενταγώνου, οι διαθέσιμοι πόροι δεν επαρκούν για μια παρατεταμένη εκστρατεία εβδομάδων. Χωρίς ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων, η προοπτική αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν θεωρείται πρακτικά ανέφικτη. Επιπλέον, η παρατεταμένη παραμονή κρίσιμων μέσων – όπως τα F-35 και τα αεροπλανοφόρα – στην περιοχή επηρεάζει τη συνολική ετοιμότητα των ΗΠΑ σε παγκόσμιο επίπεδο.
Ο χρόνος πιέζει την Ουάσιγκτον
Το Πεντάγωνο δεν μπορεί να διατηρήσει επ’ αόριστον τόσο μεγάλο μέρος της στρατιωτικής του ισχύος στη Μέση Ανατολή χωρίς επιχειρησιακές συνέπειες. Κάθε εβδομάδα που περνά χωρίς σαφή πρόοδο στις συνομιλίες περιορίζει τα διαθέσιμα περιθώρια επιλογών. Παράλληλα, η ίδια η στρατιωτική συγκέντρωση δυνάμεων αυξάνει και τον αριθμό πιθανών στόχων για την Τεχεράνη σε περίπτωση σύγκρουσης.
Η στρατηγική του Τραμπ μοιάζει να βασίζεται σε έναν συνδυασμό «μαστιγίου και διαπραγμάτευσης»: αφήνει το Ιράν να εκτιμήσει το κόστος μιας ρήξης, χωρίς όμως να έχει ξεκαθαρίσει πλήρως τα όρια υποχώρησης της Ουάσιγκτον. Το ερώτημα είναι αν αυτή η ισορροπία πίεσης και αβεβαιότητας μπορεί να αποδώσει γρήγορα αποτελέσματα.
Σε κάθε περίπτωση, το δίλημμα δεν είναι απλώς διπλωματία ή στρατιωτικό πλήγμα. Είναι αν υπάρχει μια βιώσιμη στρατηγική που να αποτρέπει την απόκτηση πυρηνικού όπλου από το Ιράν, χωρίς να οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια νέα, παρατεταμένη εμπλοκή στη Μέση Ανατολή. Οι επόμενες εβδομάδες θα κρίνουν αν η ένταση θα μετατραπεί σε συμφωνία ή σε νέα φάση στρατιωτικής αντιπαράθεσης.














