Κατά τη συνέντευξη Τύπου στον Λευκό Οίκο, ο Ντόναλντ Τραμπ χαρακτήρισε την απόφαση «βαθιά απογοητευτική» και άφησε αιχμές για πολιτικά και εξωτερικά κίνητρα πίσω από την ετυμηγορία. Ξεκαθάρισε ότι δεν χρειάζεται έγκριση του Κογκρέσου για να προχωρήσει σε νέα μέτρα, επικαλούμενος διατάξεις της αμερικανικής εμπορικής νομοθεσίας.
Ο νέος δασμός 10% θα επιβληθεί βάσει του Άρθρου 122 του Νόμου περί Εμπορίου του 1974, που επιτρέπει την επιβολή προσωρινής εισαγωγικής επιβάρυνσης έως 15% σε περίπτωση σοβαρών ανισορροπιών στο ισοζύγιο πληρωμών ή κινδύνου υποτίμησης του δολαρίου. Παράλληλα, ο Τραμπ δήλωσε ότι θα διατηρηθούν οι δασμοί εθνικής ασφάλειας βάσει του Άρθρου 232 και τα μέτρα του Άρθρου 301 για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, με πλειοψηφία 6-3, έκρινε ότι ο πρόεδρος δεν διέθετε επαρκή εξουσιοδότηση βάσει του νόμου περί έκτακτων οικονομικών εξουσιών του 1977 για να επιβάλει εκτεταμένο πλέγμα «αμοιβαίων» δασμών σε σχεδόν όλους τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ. Ωστόσο, η ετυμηγορία δεν αγγίζει ειδικούς τομείς όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, ο χάλυβας και το αλουμίνιο.
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε ότι οι δασμοί έχουν ήδη αποδώσει, κάνοντας λόγο για εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια εσόδων και για μείωση της εισροής φαιντανύλης στις ΗΠΑ κατά 30%. Προειδοποίησε μάλιστα ότι «οι χώρες που συμπεριφέρονται άσχημα στις Ηνωμένες Πολιτείες θα πληρώσουν το τίμημα», ενώ όσες συνεργάζονται «θα τύχουν ευνοϊκής μεταχείρισης».
Η εξέλιξη ανοίγει νέο κύκλο αβεβαιότητας στις διεθνείς αγορές. Η πιθανή ενεργοποίηση επιπλέον δασμών ενδέχεται να επηρεάσει τις εμπορικές ροές ΗΠΑ–ΕΕ, να αναζωπυρώσει τις εντάσεις με την Κίνα και να προκαλέσει αντιδράσεις στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου. Για την Ευρώπη, η νέα φάση της αμερικανικής εμπορικής πολιτικής ενδέχεται να μεταφραστεί σε πιέσεις σε βιομηχανικούς κλάδους, ειδικά αν υπάρξει επέκταση των μέτρων σε στρατηγικούς τομείς.