Ραγδαίες είναι οι εξελίξεις στην υπόθεση κατασκοπείας που έχει προκαλέσει ισχυρό σοκ στις Ένοπλες Δυνάμεις, με τις Αρχές να εστιάζουν πλέον στο ιδιωτικό ταξίδι που είχε πραγματοποιήσει το 2024 στην Κίνα ο 54χρονος σμήναρχος της Πολεμική Αεροπορία.
Το ταξίδι στο Πεκίνο, το οποίο δεν είχε δηλωθεί επισήμως στις στρατιωτικές αρχές – όπως υποχρεούνται να πράττουν τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων – αποτέλεσε το πρώτο καμπανάκι κινδύνου. Η μη γνωστοποίησή του «κλείδωσε» τον αξιωματικό ως ύποπτο, όχι μόνο από ελληνικές υπηρεσίες αλλά και από συμμαχικούς μηχανισμούς ασφαλείας.
Το προφίλ και η πρόσβαση σε απόρρητα στοιχεία
Ο σμήναρχος διέθετε προφίλ υψηλού ενδιαφέροντος για ξένες υπηρεσίες. Με εξειδίκευση στα ηλεκτρονικά μέσα και στα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, είχε – ως διοικητής – πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες που αφορούσαν νατοϊκά και ελληνικά στρατιωτικά μέσα, επιχειρησιακά σχέδια και μετακινήσεις προσωπικού.
Κατηγορείται για συλλογή και μετάδοση μυστικών πληροφοριών στρατιωτικής σημασίας σε τρίτους, με κίνδυνο πρόκλησης σοβαρής βλάβης στα εθνικά συμφέροντα. Μέχρι την απολογία του ενώπιον στρατιωτικού εισαγγελέα, κρατείται στο αεροδικείο Καρέα.
Στρατιωτικές πηγές σημειώνουν ότι η έρευνα επικεντρώνεται στα αρχεία που έχουν διαρρεύσει, υπογραμμίζοντας ωστόσο πως άκρως απόρρητα στοιχεία επιπέδου Συμμαχίας δεν βρίσκονταν στη διαχειριστική του ατζέντα.
Το σημείο καμπής στην ανάκριση
Κατά τη σύλληψή του, παρουσία εισαγγελέα, ο αξιωματικός αρνήθηκε τις κατηγορίες που του απηύθυναν στελέχη της ΕΥΠ και της Αντικατασκοπίας του ΓΕΕΘΑ. Στο πρώτο στάδιο της ανάκρισης δεν απαντούσε σε ερωτήσεις, εμφανώς αιφνιδιασμένος από τα στοιχεία.
Η καθοριστική στιγμή ήρθε όταν οι ανακριτές τού έδειξαν δύο κινητά τηλέφωνα που είχε στην κατοχή του. Στο ένα, σύμφωνα με τις πληροφορίες, ήταν εγκατεστημένο κρυπτογραφημένο λογισμικό, μέσω του οποίου φέρεται να γινόταν η διαρροή διαβαθμισμένων πληροφοριών. Από εκείνο το σημείο άρχισε να πέφτει σε αντιφάσεις, οδηγώντας τους ανακριτές να αυξήσουν την πίεση.
Λίγη ώρα αργότερα, ο 54χρονος ομολόγησε, βάζοντας τέλος στη μακρά περίοδο άρνησης.
Στην ανάκριση συμμετείχαν δύο έμπειρα στελέχη της ΕΥΠ – ένας ειδικός στην αντικατασκοπία και ένας στον ηλεκτρονικό πόλεμο – καθώς και στελέχη της Αντικατασκοπίας του ΓΕΕΘΑ, με πλήρη γνώση του αντικειμένου.
Ο «άνθρωπος-σκιά» και το κινεζικό δίκτυο
Οι έρευνες της Διεύθυνσης Κυβερνοασφάλειας του ΓΕΕΘΑ έχουν οδηγήσει στον εντοπισμό ενός «ανθρώπου-σκιά», ο οποίος φέρεται να κινούσε τα νήματα της υπόθεσης. Υπό άκρα μυστικότητα εξετάζεται η σχέση του με τον σμήναρχο, καθώς και το ενδεχόμενο στρατολόγησής του.
Παράλληλα, στο στόχαστρο βρίσκονται ακόμη δύο άτομα, πιθανότατα απόστρατοι, με φερόμενες διασυνδέσεις με την Κίνα. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο ένας διατηρεί επαγγελματική σχέση με την κινεζική αεροπορία.
Η συνάντηση στην Αθήνα και οι πληρωμές
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και σε συνάντηση που φέρεται να είχε ο σμήναρχος στην Αθήνα το 2025 με τον Κινέζο σύνδεσμό του, ο οποίος εμφανιζόταν ως επιχειρηματίας. Ο Κινέζος πράκτορας είχε μεταβεί στην Ελλάδα κάνοντας ενδιάμεση στάση από ευρωπαϊκό συνέδριο.
Ερευνάται αν τότε παραδόθηκαν απόρρητα στρατιωτικά έγγραφα. Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο σμήναρχος είχε σχεδόν καθημερινή επαφή με τον σύνδεσμό του, ενώ οι πληρωμές γίνονταν μέσω κρυπτογραφημένων εφαρμογών σε ευρώ, δολάρια και κρυπτονομίσματα. Τα ποσά φέρονται να κυμαίνονταν από 5.000 έως 15.000 ευρώ, ανάλογα με τη διαβάθμιση των εγγράφων.
«Είχε σαν Θεό του το χρήμα»
Ο πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού Γεώργιος Καμπάς χαρακτήρισε την υπόθεση μοναδική για τα δεδομένα των Ενόπλων Δυνάμεων, τονίζοντας ότι ο σμήναρχος «στρατολογήθηκε γιατί είχε χαλαρή συνείδηση και είχε βάλει σαν Θεό του το χρήμα», επισημαίνοντας και τη γεωπολιτική διάσταση της υπόθεσης.
Η αποκάλυψη της υπόθεσης εγείρει σοβαρά ερωτήματα ασφαλείας και αναδεικνύει την αυξανόμενη κινεζική δραστηριότητα πληροφοριών στην ευρύτερη περιοχή, με την Ελλάδα και την Ευρώπη να βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο ενός πιο επιθετικού γεωπολιτικού ανταγωνισμού.














