Ο Αχμάντ Βαχίντι αναλαμβάνει την ηγεσία των Φρουρών της Επανάστασης σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για το Ιράν, μετά τον θάνατο του προκατόχου του, Μοχάμαντ Πακπούρ, ο οποίος σκοτώθηκε το Σάββατο (28/2) έπειτα από επιθέσεις που αποδίδονται σε ΗΠΑ και Ισραήλ. Η τοποθέτησή του στην κορυφή του πιο ισχυρού στρατιωτικού μηχανισμού της χώρας σηματοδοτεί μια νέα φάση στη στρατηγική της Τεχεράνης.
Ο Αχμάντ Βαχίντι, γεννημένος στις 27 Ιουνίου 1958, υπηρέτησε στο παρελθόν ως επικεφαλής της Δύναμης Κουντς, της εξωτερικής επιχειρησιακής πτέρυγας των Φρουρών της Επανάστασης, η οποία διαχειρίζεται αποστολές εκτός συνόρων και στηρίζει συμμαχικές οργανώσεις στη Μέση Ανατολή. Θεωρείται πρόσωπο με βαθιά γνώση των περιφερειακών επιχειρήσεων και των ασύμμετρων στρατηγικών.
Το όνομά του, ωστόσο, συνδέεται εδώ και δεκαετίες με τις βομβιστικές επιθέσεις στην Αργεντινή τη δεκαετία του 1990. Το 1992, επίθεση κατά της ισραηλινής πρεσβείας στο Μπουένος Άιρες στοίχισε τη ζωή σε 29 ανθρώπους. Δύο χρόνια αργότερα, το 1994, φορτηγό παγιδευμένο με εκρηκτικά εξερράγη στο εβραϊκό κοινοτικό κέντρο AMIA, προκαλώντας 85 νεκρούς και περισσότερους από 300 τραυματίες, μια από τις φονικότερες επιθέσεις στην ιστορία της χώρας.
Η Αργεντινή και το Ισραήλ έχουν κατηγορήσει διαχρονικά το Ιράν ότι βρισκόταν πίσω από τις επιθέσεις, με εκτελεστικό βραχίονα τη Χεζμπολάχ. Το 2024, δικαστήριο της Αργεντινής απέδωσε επισήμως ευθύνη στην Τεχεράνη, χαρακτηρίζοντας το Ιράν «τρομοκρατικό κράτος» για την υπόθεση AMIA.
Ο Βαχίντι καταζητείται από την Interpol από το 2007, έπειτα από αίτημα της Αργεντινής, το οποίο επανήλθε δυναμικά μετά τη νεότερη δικαστική απόφαση. Παρά τα εντάλματα, δεν έχει υπάρξει πρόοδος στη σύλληψή του.
Πέραν της στρατιωτικής του πορείας, διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών του Ιράν από το 2021 έως το 2024, ενισχύοντας τη θέση του στο εσωτερικό πολιτικό σύστημα.
Η ανάληψη της ηγεσίας των Φρουρών της Επανάστασης από τον Βαχίντι έρχεται σε μια περίοδο έντονης στρατιωτικής πίεσης προς το Ιράν και αυξημένης διεθνούς απομόνωσης. Το κατά πόσο η παρουσία του θα οδηγήσει σε περαιτέρω κλιμάκωση ή σε αναδιάταξη της ιρανικής στρατηγικής, παραμένει ανοιχτό ερώτημα.














