Σημαντικές πολιτικές και δικαστικές εξελίξεις προκαλεί η γνωστοποίηση ότι οι βελγικές δικαστικές αρχές εξέδωσαν ένταλμα σύλληψης σε βάρος του Δημήτρη Αβραμόπουλου στο πλαίσιο της έρευνας για το σκάνδαλο Qatargate. Το ένταλμα διαβιβάστηκε ήδη στις ελληνικές δικαστικές αρχές και συγκεκριμένα στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, ενώ ο ίδιος ο πρώην Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και νυν βουλευτής ενημερώθηκε επισήμως για την υπόθεση.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, το ένταλμα αφορά την έρευνα για πιθανή εμπλοκή του στην υπόθεση μέσω της συνεργασίας του με τη μη κυβερνητική οργάνωση Fight Impunity, η οποία βρέθηκε στο επίκεντρο των ερευνών των βελγικών αρχών. Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος έχει υποστηρίξει ότι η συνεργασία του ήταν απολύτως νόμιμη, δηλωμένη στις αρμόδιες αρχές και φορολογημένη, με τις συνολικές απολαβές του να ανέρχονται περίπου στις 75.000 ευρώ.
Ωστόσο, το ένταλμα δεν μπορεί να εκτελεστεί άμεσα, καθώς ο κ. Αβραμόπουλος είναι εν ενεργεία βουλευτής. Η διαδικασία προβλέπει ότι θα πρέπει πρώτα να ζητηθεί η άρση της βουλευτικής του ασυλίας. Το αίτημα ακολουθεί συγκεκριμένη θεσμική διαδρομή μέσω του Αρείου Πάγου, του Υπουργείου Δικαιοσύνης και τελικά της Βουλής, η οποία θα αποφασίσει εάν θα επιτρέψει τη συνέχιση της διαδικασίας.
Σε περίπτωση που η ασυλία αρθεί, ο βουλευτής θα κληθεί να δηλώσει εάν αποδέχεται την έκδοσή του στις βελγικές αρχές. Αν συναινέσει, η απόφαση λαμβάνεται από τον πρόεδρο Εφετών Αθηνών. Αν όχι, η υπόθεση παραπέμπεται στο αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο θα αποφασίσει για την έκδοση ή μη.
Απαντώντας στις πληροφορίες για το ένταλμα, ο Δημήτρης Αβραμόπουλος απορρίπτει κατηγορηματικά κάθε σύνδεση με παράνομες δραστηριότητες. Σε δήλωσή του τονίζει ότι η υπόθεση έχει κλείσει εδώ και τρία χρόνια και ότι οι σχετικές διαδικασίες είχαν εξεταστεί πλήρως από τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα. Παράλληλα, χαρακτηρίζει αβάσιμες τις αναφορές που τον εμπλέκουν στην υπόθεση και προαναγγέλλει νομικές ενέργειες για την προστασία της προσωπικής και πολιτικής του υπόληψης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά του ότι δεν προτίθεται να επικαλεστεί τη βουλευτική του ασυλία για να αποφύγει τη διερεύνηση της υπόθεσης, δηλώνοντας πως επιθυμεί την πλήρη διαλεύκανση όλων των πτυχών της από τη Δικαιοσύνη.












