Τριάντα χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων, μια από τις πιο φορτισμένες και καθοριστικές στιγμές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας επανέρχεται στο προσκήνιο μέσα από τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή. Ο Αντιναύαρχος ε.α. του Πολεμικού Ναυτικού Ιωάννης Εγκολφόπουλος, τότε κυβερνήτης της φρεγάτας ΑΔΡΙΑΣ F-459, περιγράφει με ωμό ρεαλισμό τις επιχειρησιακές συνθήκες, τις χαμένες ευκαιρίες και τις πολιτικές αποφάσεις που, όπως υποστηρίζει, οδήγησαν στο «γκριζάρισμα» των βραχονησίδων.
Το βράδυ της 30ής προς 31η Ιανουαρίου 1996, η ΑΔΡΙΑΣ βρισκόταν στο Ικάριο Πέλαγος, όταν έγινε γνωστό ότι τρεις τουρκικές φρεγάτες είχαν εξέλθει από τα Δαρδανέλια. Σύμφωνα με τον τότε κυβερνήτη της, οι ελληνικές μονάδες είχαν πλήρη εικόνα της περιοχής μέσω των διασυνδέσεων (link) σε πραγματικό χρόνο και είχαν ήδη στοχοποιήσει τις τουρκικές κινήσεις, χωρίς ωστόσο να έχουν εντοπιστεί από την άλλη πλευρά.
Επιχειρησιακό πλεονέκτημα που δεν αξιοποιήθηκε
Ο Αντιναύαρχος ε.α. τονίζει ότι εκείνο το βράδυ οι τουρκικές δυνάμεις ήταν επιχειρησιακά εκτεθειμένες. Τα ελληνικά πλοία, μεγάλες και μικρές μονάδες, βρίσκονταν καλυμμένα από τη γεωγραφία των νησιών, ενώ οι τουρκικές μονάδες επιχειρούσαν σε ανοιχτό χώρο, χωρίς φυσική προστασία. «Αν υπήρχε απόφαση», σημειώνει, «οι Τούρκοι θα βρίσκονταν στη μέση ενός κλοιού και θα υφίσταντο συντριπτικές απώλειες».
Παρά το πλεονέκτημα, η πολιτική ηγεσία – όπως καταγγέλλει – αρνήθηκε να απελευθερώσει τους κανόνες εμπλοκής. Ακόμη και βασικές κινήσεις αποτροπής, όπως η τοποθέτηση φρουράς στα δυτικά Ίμια, απορρίφθηκαν με το σκεπτικό «να μην προκληθεί ένταση». Η ίδια λογική, κατά τον ίδιο, επέτρεψε στην τουρκική πλευρά να κλιμακώσει σιωπηρά, παρουσιάζοντας τις ενέργειές της ως «διαπραγμάτευση», ενώ στην πράξη δημιουργούσε τετελεσμένα.
Το ελικόπτερο και η τραγωδία
Σημείο καμπής υπήρξε η αποστολή του ελικοπτέρου του Πολεμικού Ναυτικού, που διατάχθηκε – όπως αναφέρει – απευθείας από το γραφείο του Πρωθυπουργού για να διαπιστώσει αν υπήρχαν Τούρκοι κομάντος στα δυτικά Ίμια. Υπό εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες, το ελικόπτερο πέταξε χαμηλά, εντόπισε την τουρκική ομάδα και, λίγο αργότερα, κατέπεσε στη θάλασσα, στοιχίζοντας τη ζωή στα τρία στελέχη του ΠΝ.
Ο κ. Εγκολφόπουλος επισημαίνει ότι δεν υπήρξε ένδειξη κατάρριψης, αλλά υπογραμμίζει πως η αποστολή ήταν εξαιρετικά επικίνδυνη και πολιτικά επιβεβλημένη, χωρίς επαρκή εκτίμηση ρίσκου. «Ήταν μια απόφαση που πάρθηκε χωρίς πλήρη αντίληψη της πραγματικής κατάστασης στο πεδίο», σημειώνει.
«Η μη πρόκληση ήταν το μεγαλύτερο λάθος»
Στη συνέντευξή του, ο Αντιναύαρχος ε.α. ασκεί δριμεία κριτική στη στρατηγική της «μη πρόκλησης», χαρακτηρίζοντάς την τραγική. Υποστηρίζει ότι η Τουρκία κατανοεί μόνο τη γλώσσα της ισχύος και ότι μια αποφασιστική αντίδραση εκείνο το βράδυ θα είχε αποτρέψει δεκαετίες αμφισβητήσεων στο Αιγαίο.
«Αν είχαμε χτυπήσει εκείνο το βράδυ», δηλώνει, «η Ελλάδα θα είχε ησυχάσει για τα επόμενα 100 χρόνια». Κατά την εκτίμησή του, δεν θα είχε ξεσπάσει γενικευμένος πόλεμος, καθώς οι διεθνείς παρεμβάσεις θα ήταν άμεσες, αλλά η Ελλάδα θα προσέρχονταν σε οποιοδήποτε τραπέζι διαπραγματεύσεων από θέση νικητή.
Το διαχρονικό αποτύπωμα της κρίσης
Τριάντα χρόνια μετά, η κρίση των Ιμίων παραμένει ανοιχτή πληγή. Η μαρτυρία του Αντιναύαρχου ε.α. Ιωάννη Εγκολφόπουλου αναδεικνύει όχι μόνο τις επιχειρησιακές διαστάσεις της νύχτας εκείνης, αλλά και το διαχρονικό δίλημμα μεταξύ αποτροπής και κατευνασμού. Ένα δίλημμα που, όπως δείχνουν οι εξελίξεις στο Αιγαίο, συνεχίζει να καθορίζει την εθνική στρατηγική και τον δημόσιο διάλογο μέχρι σήμερα.














