Το Ιράν κλιμακώνει τη διπλωματική του επίθεση κατά των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ, κατηγορώντας τις δύο χώρες για «εγκλήματα πολέμου» και παραβίαση του διεθνούς δικαίου μετά τις επιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν εναντίον ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων τα τελευταία δύο χρόνια.
Κατά τη διάρκεια ειδικής συνεδρίασης του Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας, η ιρανική αντιπροσωπεία κάλεσε τη διεθνή κοινότητα να υιοθετήσει πολιτική «μηδενικής ανοχής» απέναντι σε επιθέσεις κατά πυρηνικών εγκαταστάσεων που λειτουργούν υπό διεθνή επιτήρηση.
Σύμφωνα με την Τεχεράνη, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ πραγματοποίησαν συνολικά 17 κύματα επιθέσεων εναντίον πυρηνικών εγκαταστάσεων του Ιράν κατά την περίοδο 2025-2026. Οι ιρανικές αρχές υποστηρίζουν ότι μία από τις πλέον επικίνδυνες επιθέσεις σημειώθηκε σε απόσταση περίπου 350 μέτρων από τον πυρηνικό σταθμό του Πυρηνικός Σταθμός Μπουσέρ, όπου αποθηκεύονται σημαντικές ποσότητες πυρηνικού υλικού.
Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς ο επικεφαλής του ΔΟΑΕ είχε προειδοποιήσει στο παρελθόν ότι ένα άμεσο πλήγμα στις εγκαταστάσεις του Μπουσέρ θα μπορούσε να προκαλέσει εκτεταμένη διαρροή ραδιενέργειας με σοβαρές περιβαλλοντικές και ανθρωπιστικές συνέπειες.
Η ιρανική πλευρά υποστηρίζει ότι οι επιθέσεις συνιστούν πράξεις επιθετικότητας και παραβιάζουν θεμελιώδεις αρχές του διεθνούς δικαίου, επισημαίνοντας ότι δημιουργούν τόσο κρατική όσο και ατομική ποινική ευθύνη για όσους εμπλέκονται στον σχεδιασμό και την εκτέλεσή τους.
Παράλληλα, η Τεχεράνη επικαλέστηκε την Απόφαση 487 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, με την οποία είχε καταδικαστεί η ισραηλινή αεροπορική επιδρομή εναντίον του ιρακινού πυρηνικού αντιδραστήρα Οσιράκ το 1981. Σύμφωνα με το Ιράν, η συγκεκριμένη απόφαση υποχρεώνει το Ισραήλ να απέχει από ανάλογες ενέργειες στο μέλλον.
Οι δηλώσεις αυτές έρχονται σε μια περίοδο αυξημένης έντασης στη Μέση Ανατολή, με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν να παραμένει στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης μεταξύ Τεχεράνης, Ουάσινγκτον και Τελ Αβίβ, ενώ οι διεθνείς οργανισμοί παρακολουθούν με ανησυχία τον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης στην περιοχή.













