Οι Ηνωμένες Πολιτείες εντείνουν τις πιέσεις προς συμμάχους και εταίρους, προετοιμάζοντας ένα νέο πακέτο οικονομικών μέτρων κατά του Ιράν. Στο επίκεντρο των αμερικανικών κινήσεων βρίσκονται η Τουρκία, η Κίνα και η Ρωσία, από τις οποίες ζητείται να περιορίσουν τις σχέσεις τους με την Τεχεράνη.
Η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ προαναγγέλλει μια εκτεταμένη επιχείρηση οικονομικής απομόνωσης του Ιράν, την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος περιγράφει ως «οικονομική D-Day».
Τα νέα μέτρα αναμένεται να παρουσιαστούν τη Δευτέρα 24 Αυγούστου, ενώ η Ουάσινγκτον προειδοποιεί ότι θα στραφεί ακόμη και εναντίον τρίτων χωρών που θα συνεχίσουν να συνεργάζονται οικονομικά με το Ιράν.
Στο στόχαστρο οι οικονομικές σχέσεις με την Τεχεράνη
Οι αμερικανικές πιέσεις δεν περιορίζονται στους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ. Στο παρασκήνιο βρίσκονται σε εξέλιξη προσπάθειες ώστε η Τουρκία, η Κίνα και η Ρωσία να πάρουν αποστάσεις από την ιρανική κυβέρνηση.
Ο στόχος της Ουάσινγκτον είναι να περιοριστούν οι εμπορικές και οικονομικές διέξοδοι της Τεχεράνης, καθιστώντας δυσκολότερη τη διατήρηση συναλλαγών με το εξωτερικό.
Η νέα στρατηγική δεν προβλέπει μόνο την επιβολή κυρώσεων σε ιρανικούς φορείς. Περιλαμβάνει και μέτρα κατά χωρών, επιχειρήσεων και οργανισμών που εξακολουθούν να συνεργάζονται άμεσα ή έμμεσα με το Ιράν.
Με αυτόν τον τρόπο, οι Ηνωμένες Πολιτείες επιχειρούν να μεταφέρουν την οικονομική πίεση πέρα από τα σύνορα του Ιράν και να υποχρεώσουν τρίτες χώρες να επιλέξουν πλευρά.
Το αμερικανικό τελεσίγραφο προς συμμάχους και εταίρους
Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα προς τις χώρες που διατηρούν σχέσεις με την Τεχεράνη.
«Ή είστε μαζί μας ή εναντίον μας», δήλωσε, προειδοποιώντας ότι η Ουάσινγκτον είναι έτοιμη να χρησιμοποιήσει την «πλήρη ισχύ» της απέναντι σε κράτη που θα συνεχίσουν να συνεργάζονται με το Ιράν.
Οι δηλώσεις του αποτυπώνουν την πρόθεση της αμερικανικής κυβέρνησης να μην αφήσει περιθώρια ουδετερότητας στις χώρες που έχουν εμπορικούς ή οικονομικούς δεσμούς με την Τεχεράνη.
Ο Σκοτ Μπέσεντ υποστήριξε ότι η οικονομική απομόνωση του Ιράν θα μπορούσε να περιορίσει την ανάγκη για νέα στρατιωτική δράση. Παράλληλα, δεν έδωσε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για τη διάρκεια της εκστρατείας, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο τα μέτρα να παραμείνουν σε ισχύ για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Δασμοί 25% στις χώρες που συναλλάσσονται με το Ιράν
Ένα από τα βασικά μέτρα που εξετάζει η Ουάσινγκτον είναι η ενεργοποίηση εκτελεστικού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε τον Φεβρουάριο.
Το διάταγμα προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής δασμών ύψους 25% σε χώρες που πραγματοποιούν άμεσες ή έμμεσες συναλλαγές με το Ιράν.
Μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά κράτη που διατηρούν οικονομικούς δεσμούς με την Τεχεράνη, καθώς οι συναλλαγές τους με τις Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να επιβαρυνθούν με πρόσθετους δασμούς.
Παράλληλα, εξετάζονται κυρώσεις σε επιχειρήσεις, οργανισμούς, αεροδρόμια και άλλες οντότητες που συμμετέχουν στις εμπορικές ή οικονομικές δραστηριότητες του Ιράν.
Η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί ότι διαθέτει ένα ευρύ σύνολο οικονομικών εργαλείων, τα οποία μπορούν να περιορίσουν τα έσοδα και τις διεθνείς συναλλαγές της ιρανικής κυβέρνησης.
«Στόχος η οικονομική κατάρρευση της ιρανικής κυβέρνησης»
Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών δεν έκρυψε τον τελικό στόχο της νέας στρατηγικής.
Όπως ανέφερε, η Ουάσινγκτον επιδιώκει να διασφαλίσει «την οικονομική κατάρρευση της ιρανικής κυβέρνησης», εντείνοντας την πίεση σε όλους τους τομείς της ιρανικής οικονομίας.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει περιγράψει επανειλημμένα ανάλογες πολιτικές ως μορφή «οικονομικού πολέμου». Η αμερικανική πλευρά επικαλείται τις εκστρατείες πίεσης που εφαρμόστηκαν στο παρελθόν εναντίον χωρών όπως η Κούβα και η Βενεζουέλα.
Στην περίπτωση του Ιράν, ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των μέτρων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη στάση που θα κρατήσουν σημαντικοί εμπορικοί εταίροι της Τεχεράνης.
Για τον λόγο αυτό, η Ουάσινγκτον επικεντρώνει τις πιέσεις της στην Κίνα, τη Ρωσία και την Τουρκία, επιδιώκοντας να περιορίσει τις δυνατότητες του Ιράν να παρακάμψει τις αμερικανικές κυρώσεις.
Η απάντηση της Τεχεράνης στις αμερικανικές απειλές
Το Ιράν απέρριψε το αμερικανικό τελεσίγραφο και κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες ότι επιχειρούν να στραγγαλίσουν οικονομικά τη χώρα.
Ο Ιρανός υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί χαρακτήρισε την εξαγγελλόμενη «οικονομική D-Day» προσπάθεια αποπροσανατολισμού από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών κατηγόρησε παράλληλα την Ουάσινγκτον για «οικονομική τρομοκρατία», σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων IRNA.
Από την πλευρά του, ο Μοσταφά Χοσέσμ, από το Πανεπιστήμιο Εφαρμοσμένων Επιστημών και Τεχνολογίας της Τεχεράνης, δήλωσε στο Al Jazeera ότι η νέα οικονομική πίεση δεν πρόκειται να αποδώσει.
Όπως υποστήριξε, το Ιράν βρίσκεται αντιμέτωπο με αντίστοιχες κυρώσεις εδώ και 15 έως 16 χρόνια, έχοντας αναπτύξει τρόπους αντιμετώπισης και παράκαμψης των περιορισμών.
Η προσοχή στρέφεται πλέον στις ανακοινώσεις της Δευτέρας 24 Αυγούστου, όταν αναμένεται να παρουσιαστεί το εύρος των νέων αμερικανικών μέτρων και οι χώρες ή οι οντότητες που θα βρεθούν στο στόχαστρο.
















