Σαφή και αιχμηρή προειδοποίηση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες απηύθυνε ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, τονίζοντας ότι μια ενδεχόμενη αμερικανική στρατιωτική επίθεση κατά της Τεχεράνης δεν θα περιοριζόταν σε διμερές επίπεδο, αλλά θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε έναν ευρύτερο περιφερειακό πόλεμο με απρόβλεπτες συνέπειες.
Οι δηλώσεις Χαμενεΐ έγιναν σε μια περίοδο έντονης κλιμάκωσης της ρητορικής από την πλευρά της Ουάσινγκτον, καθώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα απειλήσει με χρήση βίας, εφόσον –όπως υποστηρίζει– το Ιράν συνεχίσει την πορεία του σε ζητήματα που αφορούν το πυρηνικό του πρόγραμμα και τη στρατιωτική του δραστηριότητα στη Μέση Ανατολή.
«Οι Αμερικανοί οφείλουν να γνωρίζουν ότι αν ξεκινήσουν έναν πόλεμο, αυτή τη φορά δεν θα είναι περιορισμένος. Θα εξελιχθεί σε περιφερειακό πόλεμο», φέρεται να δήλωσε ο ανώτατος ηγέτης, σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων Tasnim. Ο Χαμενεΐ, ο οποίος λαμβάνει τις τελικές αποφάσεις στο πολιτικό και στρατιωτικό σύστημα του Ιράν, εμφανίστηκε κατηγορηματικός ότι η Τεχεράνη δεν πρόκειται να υποχωρήσει υπό απειλές.
Η προειδοποίηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα καθώς η ένταση μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν δεν περιορίζεται μόνο στο διπλωματικό επίπεδο. Οι εξελίξεις στη Γάζα, η αστάθεια στον Λίβανο, οι επιθέσεις σε αμερικανικούς στόχους από φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές και η παρουσία ισχυρών στρατιωτικών δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο συνθέτουν ένα ιδιαίτερα εύφλεκτο περιβάλλον.
Αναλυτές εκτιμούν ότι ο όρος «περιφερειακός πόλεμος» που χρησιμοποίησε ο Χαμενεΐ δεν είναι τυχαίος. Παραπέμπει σε ενδεχόμενη εμπλοκή πολλών κρατών και μη κρατικών δρώντων, από τον Λίβανο και τη Συρία έως τον Περσικό Κόλπο και την Ερυθρά Θάλασσα, με σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια ασφάλεια και την ενεργειακή αγορά.
Παράλληλα, το μήνυμα της Τεχεράνης φαίνεται να στοχεύει όχι μόνο στην Ουάσινγκτον αλλά και στους συμμάχους της στην περιοχή, υπογραμμίζοντας ότι οποιαδήποτε στρατιωτική ενέργεια κατά του Ιράν θα είχε αλυσιδωτές συνέπειες. Η ιρανική ηγεσία επιχειρεί να καταστήσει σαφές πως διαθέτει τόσο τα μέσα όσο και τη βούληση να απαντήσει δυναμικά.
Με τη διπλωματία να παραμένει σε δεύτερο πλάνο και τη στρατιωτική ρητορική να κυριαρχεί, η περιοχή εισέρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη φάση. Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν οι απειλές θα μετατραπούν σε πράξεις ή αν, έστω την ύστατη στιγμή, θα επικρατήσει η πολιτική διαχείριση της κρίσης.
















