Η ένταση ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν εισέρχεται σε νέα, ιδιαίτερα επικίνδυνη φάση, με τον Ντόναλντ Τραμπ να δηλώνει έτοιμος να χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ εάν η Τεχεράνη δεν συμμορφωθεί με δύο σαφείς απαιτήσεις: τον τερματισμό του πυρηνικού της προγράμματος και τη διακοπή της αιματηρής καταστολής των εσωτερικών διαδηλώσεων. Παρότι η Ουάσιγκτον αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο διαλόγου, τα επιχειρησιακά σχέδια βρίσκονται ήδη στο τραπέζι, αυξάνοντας κατακόρυφα τον κίνδυνο περιφερειακής ανάφλεξης.
Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε ότι ισχυρή ναυτική δύναμη κατευθύνεται προς την περιοχή της Μέσης Ανατολής, μιλώντας για αρμάδα μεγαλύτερη ακόμη και από εκείνη που είχε αναπτυχθεί στη Βενεζουέλα. Παράλληλα, αποκάλυψε ότι έχει τεθεί συγκεκριμένη –αλλά μη δημοσιοποιημένη– προθεσμία προς την Τεχεράνη, εκτιμώντας ότι η ιρανική ηγεσία επιθυμεί συμφωνία για να αποφύγει στρατιωτικό πλήγμα.
Σύμφωνα με αποκαλύψεις των New York Times, τα σενάρια που εξετάζονται περιλαμβάνουν στοχευμένες επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων σε πυρηνικές εγκαταστάσεις που δεν έχουν ακόμη πληγεί, καθώς και «χειρουργικά» πλήγματα σε στρατιωτικούς και ηγετικούς στόχους. Στόχος ενός τέτοιου σχεδίου θα ήταν η πρόκληση σοβαρής αποδιοργάνωσης στο ιρανικό καθεστώς και η υπονόμευση της εξουσίας του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Την ίδια στιγμή, στην αμερικανική δύναμη προστέθηκε και το αντιτορπιλικό USS Delbert D. Black, ενισχύοντας το μήνυμα στρατιωτικής ετοιμότητας.
Η Τεχεράνη, από την πλευρά της, επιχειρεί να κινητοποιήσει διπλωματικά αντανακλαστικά. Ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, μιλώντας από την Τουρκία, ξεκαθάρισε ότι η αμυντική ικανότητα και το πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν δεν πρόκειται να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Παράλληλα, περιφερειακοί παίκτες –μεταξύ αυτών και η Άγκυρα– φέρονται να πιέζουν για περιορισμένες παραχωρήσεις στο πυρηνικό ζήτημα, σε μια προσπάθεια αποτροπής αμερικανικής επίθεσης.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι, όπως επισημαίνει το BBC, η αντίδραση του Ιράν αυτή τη φορά ενδέχεται να διαφέρει από το προσεκτικά υπολογισμένο μοτίβο του παρελθόντος. Τα προηγούμενα χρόνια, η Τεχεράνη απαντούσε σε αμερικανικά πλήγματα με καθυστερημένα και περιορισμένα αντίποινα, επιδιώκοντας να δείξει αποφασιστικότητα χωρίς να οδηγηθεί σε γενικευμένο πόλεμο. Ωστόσο, η σημερινή συγκυρία χαρακτηρίζεται από πρωτοφανή εσωτερική πίεση, με το καθεστώς να βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα από τα σοβαρότερα κύματα κοινωνικής αναταραχής από το 1979.
Οι διαδηλώσεις των τελευταίων μηνών καταπνίγηκαν βίαια, με χιλιάδες νεκρούς, τραυματίες και συλληφθέντες, σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρά τη μείωση της έντασης στους δρόμους, το κοινωνικό ρήγμα παραμένει βαθύ. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και ένα περιορισμένο αμερικανικό πλήγμα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τις ιρανικές αρχές ως πρόσχημα για νέο κύκλο εσωτερικής καταστολής, μαζικές συλλήψεις και σκληρότερες ποινές.
Στο αντίθετο άκρο, μια ευρείας κλίμακας αμερικανική εκστρατεία που θα αποδυνάμωνε σοβαρά το ιρανικό κράτος θα μπορούσε να οδηγήσει σε χάος. Η αποσταθεροποίηση μιας χώρας άνω των 90 εκατομμυρίων κατοίκων θα είχε μακροχρόνιες συνέπειες, με εμφύλιες συγκρούσεις και περιφερειακές επιπτώσεις που δύσκολα θα ελέγχονταν.
Οι προειδοποιήσεις ανώτατων διοικητών των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης ότι οποιαδήποτε αμερικανική επίθεση θα αντιμετωπιστεί ως πράξη πολέμου εντείνουν την ανησυχία των γειτονικών κρατών του Κόλπου, τα οποία φιλοξενούν αμερικανικές βάσεις. Μια άμεση ιρανική αντίδραση θα μπορούσε να συμπαρασύρει χώρες που δεν εμπλέκονται άμεσα, καθώς και το Ισραήλ, μετατρέποντας μια διμερή κρίση σε ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση.














