Σε μία κίνηση με ιδιαίτερη σημασία για τη λειτουργία του ισραηλινού κρατικού μηχανισμού, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, ανακοίνωσε τον διορισμό του ταξιάρχου Γκάι Μαρκιζάνο στη θέση του στρατιωτικού γραμματέα του.
Ο Μαρκιζάνο υπηρετεί σήμερα ως στρατιωτικός γραμματέας του υπουργού Άμυνας Ισραέλ Κατς και θεωρείται ένας από τους πιο έμπειρους αξιωματικούς στον συντονισμό μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας.
Θα διαδεχθεί τον Ρόμαν Γκόφμαν, ο οποίος ανέλαβε πρόσφατα την ηγεσία της ισραηλινής υπηρεσίας πληροφοριών Μοσάντ, ανοίγοντας τον δρόμο για την τοποθέτηση νέου προσώπου σε ένα ιδιαίτερα κρίσιμο πόστο δίπλα στον πρωθυπουργό.
Σύμφωνα με τον Νετανιάχου, ο νέος στρατιωτικός γραμματέας διαθέτει σημαντική εμπειρία στη διαχείριση θεμάτων εθνικής ασφάλειας και στις σχέσεις μεταξύ των πολιτικών και στρατιωτικών θεσμών. Όπως ανέφερε, ο Μαρκιζάνο θα είναι σε θέση να αναλάβει άμεσα τα νέα του καθήκοντα χωρίς να απαιτηθεί μεταβατική περίοδος.
Με την ανάληψη των καθηκόντων του αναμένεται να προαχθεί στον βαθμό του υποστρατήγου, ενισχύοντας περαιτέρω τον ρόλο του στον πυρήνα της λήψης αποφάσεων για ζητήματα άμυνας και ασφάλειας.
Ο 47χρονος αξιωματικός ξεκίνησε την καριέρα του στο Σώμα Πυροβολικού των Ισραηλινών Ενόπλων Δυνάμεων, όπου υπηρέτησε σε σειρά διοικητικών θέσεων. Στη συνέχεια ανέλαβε επιτελικά καθήκοντα στις χερσαίες δυνάμεις και αργότερα διετέλεσε αρχηγός επιτελείου της Βόρειας Διοίκησης, αποκτώντας σημαντική επιχειρησιακή εμπειρία.
Παράλληλα, πολιτική συζήτηση προκάλεσε δημοσίευμα ισραηλινού τηλεοπτικού δικτύου σύμφωνα με το οποίο η σύζυγος του πρωθυπουργού, Σάρα Νετανιάχου, φέρεται να συμμετείχε σε μέρος της διαδικασίας αξιολόγησης του Μαρκιζάνο πριν από την τελική επιλογή του. Το σχετικό δημοσίευμα αναφέρει ότι είχε συνομιλία μαζί του χωρίς την παρουσία του πρωθυπουργού, γεγονός που έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις στην ισραηλινή πολιτική σκηνή.
Η τοποθέτηση του νέου στρατιωτικού γραμματέα πραγματοποιείται σε μια περίοδο αυξημένων προκλήσεων για το Ισραήλ, με τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τα ζητήματα ασφαλείας να βρίσκονται στο επίκεντρο των κυβερνητικών αποφάσεων.

















