H κατάληψη του Εσκί Σεχίρ στις 6 Ιουλίου 1921 (π.η.) αποτέλεσε μια μεγάλη νίκη για την Ελλάδα. Ο ελληνικός στρατός συνέλαβε χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες και συνέλεξε πολύτιμο πολεμικό υλικό, το οποίο αποδείχθηκε χρήσιμο στις μελλοντικές επιχειρήσεις. Ο Ξενοφών Στρατηγός μάλιστα διατύπωσε την άποψη ότι πλησίαζε το τέλος του πολέμου στη Μικρά Ασία.
Δεν έλαβε υπόψη του όμως το γεγονός ότι ο κύριος όγκος των τουρκικών δυνάμεων έμεινε αλώβητος και υποχώρησε συντεταγμένα στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, σύμφωνα με το σχέδιο του Κεμάλ. Ο Κεμάλ και οι συνεργάτες του προετοιμάζονταν να προτάξουν αντίσταση έξω από την Αγκυρα.
Η ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία ήρθε αντιμέτωπη με το δίλημμα της καλής οχύρωσης των γραμμών άμυνας των ελληνικών δυνάμεων ή της προέλασης προς την Αγκυρα για την οριστική συντριβή του εχθρού τους.
Μολονότι είχαν επεκταθεί κατά πολύ οι γραμμές του μετώπου, γεγονός που απαιτούσε περισσότερο στρατό για τη φύλαξή τους, καθιστώντας δύσκολη τόσο την επικοινωνία με τη Σμύρνη όσο και τον ανεφοδιασμό με τρόφιμα και πολεμικό υλικό, ο πειρασμός να πραγματοποιηθεί μια επίθεση προς την Αγκυρα ήταν σχεδόν ακατανίκητος για την πολιτική και τη στρατιωτική ηγεσία της χώρας.
Εάν αποφασιζόταν να παραμείνει ο στρατός στις θέσεις του, υπήρχε ο κίνδυνος της ανασύνταξης των κεμαλικών και της διενέργειας νέων επιθέσεων εντός ολίγων μηνών.
Σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στις 13 Ιουλίου (π.η.), τα μέλη ηγεσίας του Γενικού Επιτελείου Στρατού εξέθεσαν τις εκτιμήσεις τους για το μέλλον των επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία.
Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους στο θέμα, αποφάσισαν να επιδώσουν στην κυβέρνηση ένα υπόμνημα, στο οποίο ανέφεραν ότι ο ελληνικός στρατός μπορούσε, έπειτα από μερικές ημέρες ανάπαυσης, να προχωρήσει έως τον Σαγγάριο, να κυριεύσει την Αγκυρα και να επιστρέψει πίσω στις θέσεις του.
Στις 15 Ιουλίου έλαβε χώρα το κρίσιμο πολεμικό συμβούλιο στην Κιουτάχεια με τη συμμετοχή του βασιλέα Κωνσταντίνου, του νεότερου αδερφού του πρίγκιπα Νικόλαου, του πρωθυπουργού Δ. Γούναρη, του υπουργού Στρατιωτικών Ν. Θεοτόκη, του διοικητή της Στρατιάς Μικράς Ασίας Αν. Παπούλα, και των επιτελών Κ. Πάλλη, Β. Δούσμανη και Ξ. Στρατηγού.
Παρά τις επιφυλάξεις που εξέφρασαν ο βασιλέας, ο Παπούλας και ο Πάλλης, το συμβούλιο αποφάσισε την προέλαση του στρατού προς την Αγκυρα.
Καθοριστικό ρόλο στην απόφαση αυτή του συμβουλίου διαδραμάτισε η πολιτική ηγεσία, η οποία φαίνεται ότι επιδίωκε μονομερή επιβολή των όρων της ειρήνης στον Κεμάλ και όχι την επίτευξη μιας διπλωματικής λύσης.
Την 1η Αυγούστου ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε την εξαντλητική πορεία του προς τα ανατολικά του Εσκί Σεχίρ. Η πορεία των ελληνικών δυνάμεων προς την Αγκυρα γινόταν υπό τον καυτό ήλιο του Αυγούστου, ενώ τη νύχτα η θερμοκρασία έπεφτε κατά πολύ.
Σύντομα έκαναν την εμφάνισή τους διάφορα προβλήματα ανεφοδιασμού, εξαιτίας της μεγάλης απόστασης που χώριζε τις μονάδες από τις ακτές και τα κέντρα επιμελητείας.
Η πρώτη μάχη της νέας αυτής φάσης της μικρασιατικής εκστρατείας πραγματοποιήθηκε στις 10 Αυγούστου 1921 (π.η.), όταν μονάδες του Α΄ Σώματος Στρατού ενεπλάκησαν σε σύγκρουση με τις τουρκικές δυνάμεις νοτίως του ποταμού Γκεκ.
Οι μάχες στον Σαγγάριο διήρκεσαν τρεις εβδομάδες. Παρά τις επιτυχίες του ελληνικού στρατού, στα τέλη του Αυγούστου (π.η.) όλοι αναγνώρισαν ότι η συνέχιση της επίθεσης ανατολικά του Σαγγάριου ήταν ασύμφορη.
Στις 29 Αυγούστου ο Παπούλας έδωσε τη διαταγή για υποχώρηση και μερικές ημέρες αργότερα οι μονάδες επέστρεψαν στην αμυντική γραμμή μεταξύ Εσκί Σεχίρ – Αφιόν Καραχισάρ.
Οι απώλειες για την ελληνική πλευρά ήταν περίπου 4.000 νεκροί στρατιώτες και αξιωματικοί και 19.000 τραυματίες, κενό το οποίο δεν αναπληρώθηκε τους επόμενους μήνες.















