Η συμφωνία που υπέγραψε η κυβέρνηση του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ με το Ιράν προκαλεί σοβαρούς τριγμούς στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, με αρκετούς γερουσιαστές να εκφράζουν ανοιχτά την αντίθεσή τους και να αμφισβητούν τα οφέλη που προβάλλει ο Λευκός Οίκος.
Παρά τους πανηγυρισμούς της αμερικανικής κυβέρνησης για το τέλος των εχθροπραξιών, το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ και τη σταδιακή αποκλιμάκωση στις διεθνείς αγορές ενέργειας, σημαντικά στελέχη των Ρεπουμπλικανών θεωρούν ότι η συμφωνία προσφέρει υπερβολικές παραχωρήσεις στην Τεχεράνη χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα σε κρίσιμα ζητήματα ασφαλείας.
Σύμφωνα με τους επικριτές της συμφωνίας, οι προβλέψεις για χαλάρωση των κυρώσεων και η δημιουργία ταμείου ανοικοδόμησης εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων ενδέχεται να επιτρέψουν στο Ιράν να ανακάμψει οικονομικά και στρατιωτικά. Παράλληλα, εκφράζονται ανησυχίες επειδή δεν υπάρχουν σαφείς και δεσμευτικές προβλέψεις σχετικά με τον εμπλουτισμό ουρανίου, το πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας και τη στήριξη οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ και οι Χούθι.
Ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Μπιλ Κάσιντι εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά της συμφωνίας, χαρακτηρίζοντάς την ως «το χειρότερο φιάσκο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής εδώ και δεκαετίες». Υποστήριξε ότι πριν από τη σύγκρουση το Ιράν βρισκόταν υπό ασφυκτική πίεση από τις κυρώσεις, ενώ σήμερα οδηγείται σε οικονομική ενίσχυση χωρίς να έχει εγκαταλείψει τις στρατηγικές του επιδιώξεις.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ, ο οποίος προειδοποίησε ότι η οικονομική στήριξη προς το Ιράν θα μπορούσε να επιτρέψει στο καθεστώς να ανασυγκροτήσει τις δυνατότητές του και να επανέλθει ως απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή. Αντίστοιχες επιφυλάξεις εξέφρασε και ο γερουσιαστής Τζον Κόρνιν, ο οποίος εκτίμησε ότι η συμφωνία μπορεί να αποτελέσει απλώς μια προσωρινή ανάπαυλα που θα δώσει χρόνο στην Τεχεράνη να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος Τραμπ απέρριψε τις επικρίσεις, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία αποτελεί νίκη για τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς διασφαλίζει την επανέναρξη της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, συμβάλλει στη μείωση των τιμών του πετρελαίου και αποτρέπει μια ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση. Παράλληλα, διέψευσε κατηγορηματικά τα δημοσιεύματα περί αμερικανικής χρηματοδότησης ύψους 300 δισ. δολαρίων προς το Ιράν.
Ωστόσο, η αντίδραση που εκδηλώνεται ακόμη και από κορυφαία στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος αναδεικνύει το βαθύ ρήγμα που έχει δημιουργήσει η συμφωνία στην Ουάσιγκτον, με τη συζήτηση για το μέλλον των αμερικανοϊρανικών σχέσεων και την ασφάλεια στη Μέση Ανατολή να παραμένει ανοικτή.















